30/6/13

Yngwie Malmsteen μπαίνει σήμερα στα 50 του χρόνια!



Ίσως ο πιο πρωτοπόρος κιθαρίστας της γενιάς του, αναμφίσβητητα πάντως ο πιο ολοκληρωμένος τεχνικά για την δεκαετία των 80’s, ο βιρτουόζος μάγος της κιθάρας και ταλαντούχος συνθέτης, Yngwie Malmsteen,  μπαίνει σήμερα στα 50 του χρόνια! Γεννήθηκε στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, ως το τρίτο και μικρότερο παιδί μιας άκρως μουσικής οικογένειας, που περιλάμβανε ακόμη την αδερφή του που έπαιζε φλάουτο και πιάνο και τον αδερφό του, που έπαιζε κιθάρα, ντραςμς, πιάνο και ακορντεόν. Ο πατέρας του επίσης έπαιζε κιθάρα, όμως δεν μεγάλωσε μαζί του, αφού οι γονείς του πήραν διαζύγιο όταν εκείνος ήταν μωρό. Η μητέρα του πάλι ήταν η μόνη που δεν είχε σχέση με τη μουσική και ήταν αυτή που αποφάσισε να δώσει το όνομα Yngwie στο δεύτερο γιο της, από έναν συμμαθητή της με τον οποίο σχολείο διατηρούσαν ένα φλερτ.  Το συγκεκριμένο όνομα έχει πολύ παλιές ρίζες και σημαίνει «νεαρός αρχηγός Viking». Η ιστορία θέλει τον Malmsteen, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1980, σε ηλικία επτά ετών, να παρακολουθεί ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα για τον Jimi Hendrix, με αφορμή το θάνατό του. Μπορεί μέχρι τότε να μην είχε δείξει κανένα ενδιαφέρον για τη μουσική, η εικόνα όμως του Hendrix, να καίει την κιθάρα του επί σκηνής, είχε τεράστιο αντίκτυπο μέσα του. Έχει δηλώσει μάλιστα, πως δεν είχε καν ακούσει καθόλου τη μουσική, απλά είχε δει την εικόνα. Ξεκίνησε παίζοντας με μια φθηνή ακουστική κιθάρα από την Πολωνία, που του είχε ήδη δώσει η μητέρα του από την ηλικία των πέντε, μια και ήθελε και το τρίτο παιδί της να γίνει μουσικός. Προσπάθησε να μάθει στον εαυτό του να παίζει και ένα χρόνο αργότερα, για τα όγδοα γενέθλια του, η μεγαλύτερη αδερφή του, του έδωσε το άλμπουμ “Fireball”, των Deep Purple, με τη μουσική τους  ν’ αποδείκνυεται απίστευτα επιδραστική για εκείνον. Έφτασε τα εννιά και ο αδερφός του του έδωσε μια ηλεκτρική κιθάρα, που είχε όπως λέει μια πολύ ωραία ταστιέρα και στην οποία πρόσθεσε ορισμένα δικά του τάστα. Όταν έφτασε σ’ ένα σχετικά καλό επίπεδο, ξεκίνησε να παίζει αυτά που άκουγε στο ραδιόφωνο. Η μεγάλη του αγάπη όμως ήταν ο Ritchie Blackmore, απ’ τον οποίο μάθαινε απ’ έξω όλα τα σόλο του και προσπαθούσε να αντιγράψει κάθε νότα που έπαιζε, μολονότι πάντα προσπαθούσε να αυτοσχεδιάζει και να δημιουργεί μουσική. Έκανε εξάσκηση μέχρι και εννιά ώρες τη μέρα, προσπαθώντας να βελτιωθεί, ενώ στο σχολείο ήταν ένα ατίθασο παιδί, που συχνά τσακωνόταν, έκανε σπάνια τα μαθήματά του και είχε φτάσει να οδηγήσει το μηχανάκι του μέσα στο σχολείο. Δεν ήθελε να κάνει αυτό που του έλεγαν κι έτσι είχε τους ψηλότερους βαθμούς μόνο όπου τον ενδιέφερε. Έχοντας μοναδικό του πάθος την κιθάρα, ο θαυμασμός του για το επηρεασμένο από την κλασσική μουσική,  στυλ παιξίματος του Blackmore, τον οδήγησε ν’ αναζητήσει αυτές καθέ αυτές τις πηγές, τον Bach, τον Vivaldi, τον Beethoven, τον Mozart. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι το κλασσικό είδος, είναι η κορυφή της ανάπτυξης της μουσικής, θεωρώντας τον Bach τον πιο επιδραστικό κλασσικό συνθέτη. Η δική του μεγαλύτερη κλασσική επιρροή πάντως, είναι ο Niccolo Paganini. Έχει δηλώσει πως όταν άκουσε για πρώτη φορά κομμάτι του εντυπωσιάστηκε, διότι κι ο ίδιος προσπαθούσε να κάνει ό,τι και ο Paganini αλλά στην κιθάρα αντί για το βιολί. Με το μέγεθος του ταλέντου του να έχει γίνει εμφανές, μόλις έγινε 15 ετών, παράτησε το σχολείο και έπιασε δουλειά σε ένα μουσικό κατάστημα επισκευής κιθαρών της Στοκχόλμης. Την εποχή που εργαζόταν εκεί, έπεσε την αντίληψη του μια “scalloped” ταστιέρα από ένα λαούτο του 17ου αιώνα που ήρθε στο μαγαζί για επισκευή. Περίεργος όντας, θέλησε να δοκιμάσει μια ίδια ταστιέρα αρχικά σε μια από τις πιο παλιές φθηνές του κιθάρες. Το αποτέλεσμα τον εντυπωσίασε τόσο που αποφάσισε να το δοκιμάσει και στις καλύτερες. «Το παίξιμο αν και πιο δύσκολο, ήταν πολύ καλύτερο, ενώ μπορούσα να ελέγχω πολύ καλύτερα τις χορδές», λέει ο Σουηδός, που αποφάσισε κατευθείαν να εφαρμόσει την συγκεκριμένη τροποποίηση σε όλο του τον εξοπλισμό. Σύντομα, ξεκίνησε να παίζει σε διάφορα τοπικά γκρουπάκια, ο ήχος των οποίων στηριζόταν στο κιθαριστικό του στυλ και στις μακροσκελείς ορχηστρικές του εξερευνήσεις. Περίπου στην ηλικία των 18, ηχογράφησε με κάποιους φίλους του ένα ντέμο με τρία κομμάτια που προοριζόταν για το Σουηδικό CBS, αλλά δεν εκδόθηκε ποτέ. Απογοητευμένος, άρχισε να στέλνει το ντέμο σε διάφορες δισκογραφικές της χώρας του αλλά και του εξωτερικού και τελικά, μια κασέτα έπεσε στα χέρια του ιδρυτή της Shrapnel Music. Αυτός προσκάλεσε τον Malmsteen στην Αμερική και του έδωσε την ευκαιρία να ηχογραφήσει με τους Steeler, το ομώνυμο ντεμπούτο τους. Συνέχισε στους Alcatrazz, κάνοντας μαζί τους ένα στούντιο και ένα live άλμπουμ, σύντομα όμως κατάλαβε ότι η μόνη περίπτωση να μπορέσει να εκφράσει πλήρως τις μουσικές του ανησυχίες και να ξεδιπλώσει το αστείρευτο ταλέντο του, ήταν  να δραστηριοποιηθεί ως σόλο καλλιτέχνης. Έτσι το Μάρτιο του 1984, κυκλοφόρησε την πρώτη προσωπική του προσπάθεια, το “Rising Force”, που παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για έναν ορχηστρικό κατά κύριο λόγο δίσκο, κατάφερε να φτάσει στην 60η θέση του Billboard. Έλαβε μάλιστα και υποψηφιότητα για βραβεία Grammy, στην κατηγορία “Best Rock Instrumental” και επιπλέον καθιέρωσε έναν νέο ορισμό για το ροκ, το νεοκλασσικό ροκ.  Μέσα απ’ αυτό άνοιξε ο δρόμος για μια σειρά εμφανίσεων και η φήμη του ως ένα από τα κορυφαία ανερχόμενα ταλέντα της ροκ κιθάρας, άρχισε να λαμβάνει ιδιαίτερα μεγάλες διαστάσεις. Οι συνθέσεις του σε νεοκλασσικό στυλ μέσα από κλασσικές κυκλοφορίες, ενέπνευσαν και αποτέλεσαν τροφή για πολλούς ανερχόμενους κιθαρίστες του πλανήτη και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, είχε κατορθώσει να θεωρείται ένα αξιοθαύμαστο ροκ φαινόμενο.
 Το 2003, συμμετείχε στην περιοδεία του supergroup G3 μαζί με τους Joe Satriani και Steve Vai, ενώ συνέχισε να ηχογραφεί και να κάνει συναυλίες σε όλο τον κόσμο. Ο μουσικός χαρακτήριζεται μεταξύ όλων και για το πολύ γρήγορο παίξιμο του, τεχνική την οποία ανέπτυξε ως εξής: «Είχα δύο κασσετόφωνα που χρησιμοποιούσα για να καταγράφω τη μουσική μου, ένα στο στούντιο και ένα σπίτι. Αυτό του στούντιο, ήταν πιο αργό από αυτό του σπιτιού. Οπότε όταν πήγα σπίτι και άκουσα την κασέτα που ηχογράφησα στις πρόβες, η κιθάρα μου ακουγόταν πολύ πιο γρήγορη απ’ ότι είχα παίξει στην πραγματικότητα. Μου φαινόταν απίστευτο το πόσο γρήγορος ακουγόμουν. Από τότε ο στόχος μου ήταν να βελτιωθώ σε όλους τους τομείς και ανέπτυξα μεγάλη ταχύτητα, ξεκινώντας να παίζω όλο και πιο γρήγορα». Στην προσωπική του ζωή, ο Malmsteen είναι παντρεμένος και έχει ένα γιο, είναι λάτρης της Ferrari, έχοντας αγοράσει μέχρι τώρα δύο και έχει επίσης μια μανία με τα Rolex, με τις πληροφορίες να κάνουν λόγο για πάνω από 40 στη συλλογή του. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Guitar